Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

Η πτώση του Γιώργου, είναι μία άδικη στιγμή για την ίδια την Ελλάδα

Στέφανος Παραστατίδης 
1981. Δεν είχα κλείσει τα οκτώ μου χρόνια, όταν το ΠΑΣΟΚ ήρθε για πρώτη φορά στην εξουσία. Δε θυμάμαι πολλά· οι δρόμοι γεμάτοι κόσμο, ιαχές, κόρνες, και μια ελπίδα ξεχωριστά ζωγραφισμένη σε κάθε πρόσωπο. Ήμουν εκστασιασμένος. Δεν ήξερα γιατί. Μου άρεσε αυτή η φασαρία χαράς, μου άρεσε ο τρόπος με τον οποίο κουνούσε τα χέρια του ο Ανδρέας. Ένας μαέστρος στο κέντρο ενός ποδοσφαιρικού γηπέδου, αυτό ήταν, είμαι σίγουρος πια.
Ήταν ωραία κείνα τα χρόνια. Παιχνίδι, Ιούλιος Βερν, τυρογαριδάκια. Στην οικογένεια δούλευε μόνο ο πατέρας μου. Η μητέρα μου ξεκίνησε μετά το '85. Πήραμε καινούργια τηλεόραση, το πρώτο μας βίντεο, αυτοκίνητο. Οι διακοπές του καλοκαιριού ήταν μεγάλες, μα πάλι δε μου ΄φταναν. Πώς να χορτάσει ένα παιδί τη θάλασσα; 

Στο σπίτι άκουγα συνέχεια για τον Γεννηματά, τη Μελίνα, τον Μένιο. Κάθε αναφορά με θαυμασμό. Εγώ προτιμούσα τον Αλαβάντα, τον Κωστίκο, τον Πάπριτσα. Ποτέ μου δε με πίεσε ο πατέρας μου να γίνω -όπως εκείνος- Ολυμπιακός. Φίλαθλος ήταν, άλλωστε. Βέβαια, ούτε στην Τούμπα με πήγε ποτέ. Το Καυτατζόγλειο ήταν ο στόχος του, ο Χατζηπαναγής. Δεν του άρεσε η φασαρία του ΠΑΟΚ. Λάτρευε όμως τη φασαρία του ΠΑΣΟΚ. Εκεί, μ΄έπαιρνε μαζί του. Μια εμένα, μια τον μικρό αδερφό μου. Τον θυμάμαι, τον αδερφό μου, γυρίζοντας από μία υποδοχή του Αντρέα στο αεροδρόμιο, να περιγράφει οδηγούς αυτοκινήτων να κρατούν αγγούρια και να τα κουνούν έξω απ' το παράθυρο σε κάθε φανάρι· γελούσα δυνατά με τα γουρλωμένα μάτια του.

Ύστερα, ήρθαν οι Σέρρες. Ήταν η γνωστή ομιλία του Αντρέα κάτω από τη βροχή. Με είχε πάρει μαζί του ο πατέρας. Δίπλα μου στεκόταν όρθιος ένας ψηλός Κρητικός, με μουστάκι και μαύρο πουκάμισο, όπως είναι οι Κρητικοί. Πριν ξεκινήσει η ομιλία ξεφλούδισε και έφαγε 2 αυγά. Τον ρώτησα, δεν άντεξα: -Γιατί τρως αυγά; Και κείνος μου απάντησε γελώντας κάτω απ' τα μουστάκια του. -Για να 'χω καθαρή φωνή, αγόρι μου, να φωνάζω πιο δυνατά. Γέλασε ο πατέρας μου και τον ρώτησε από πού ήρθε για την ομιλία. Και κείνος απάντησε τόσο φυσιολογικά ''από την Κρήτη'', λες και ήταν δυο βήματα δίπλα. 

Η ομιλία ξεκίνησε, μαζί και η βροχή. Κανείς δεν έφευγε, μήτε και ο Αντρέας. Ο κόσμος φώναζε δυνατά ''Αντρέα, μαζί, μαζί και στη βροχή''. Η φωνή του Κρητικού έρχεται ακόμη στ΄αυτιά μου. Δεν ήταν ένα απλό σύνθημα, ήταν κάτι σαν όρκος. Είχαν κάνει καλή δουλειά και τ΄αυγά.
Την προεκλογική περίοδο του 1985 την έζησα ολόκληρη σε μία παιδική χαρά, κάπου στη Θεσσαλονίκη. Δίπλα ακριβώς, γωνία, είχαν στήσει το εκλογικό κέντρο του ΠΑΣΟΚ. Θυμάμαι, κλωτσούσα τη μπάλα υπό τους ήχους του Ξυλούρη. Σαν σουρούπωνε, πήγαινα με τους φίλους εκεί, σιγοτραγουδούσα το ''μπήκαν στην πόλοι οι οχτροί'' και περίμενα να βγουν τα σουβλάκια από τη σχάρα. Δύο σουβλάκια απάνω σε μια φέτα ψωμί. Κάθε βράδυ έψηναν έξω από το εκλογικό κέντρο. Κάθε βράδυ έστηναν ένα μικρό πανυγήρι. 

Και ύστερα ήρθε το αποκορύφωμα· η ομιλία του Ανδρέα στην παραλία της Θεσσαλονίκης [25/05/1985]. Στα μεγάφωνα του εκλογικού κέντρου έπαιζε από το πρωί Κάρμινα Μπουράνα και μοίραζαν τα σημαιάκια με τον πράσινο ήλιο σαν πασατέμπο. Ήταν μια μέρα σημαντική για την πόλη. Έπρεπε να είμαστε όλοι εκεί. Ξεκινήσαμε, θυμάμαι, με τα πόδια. Πιτσιρικάδες, ούτε δώδεκα χρονών, μόνοι, παρέα με τις σημαίες μας. Εκείνο το απόγευμα το μόνο μέσο μετακίνησης στην πόλη ήταν τα πόδια. Τα αυτοκίνητα είχαν μπλοκάρει στους δρόμους, τα αγροτικά ήταν γεμάτα κόσμο στις καρότσες και τα ψαροκάικα είχαν πιάσει από νωρίς λιμάνι, στο ύψος της εξέδρας. Φτάσαμε περπατώντας, κανείς δεν είχε κουραστεί. Στόχος μας ήταν να πάμε όσο το δυνατόν πιο κοντά. Σπρώχναμε, μας έσπρωχναν και ξανασπρώχναμε. Ώσπου πλησιάσαμε στα 300 μέτρα. Με το ζόρι ανέπνεα μα ζούσα πια για τη στιγμή που θα ΄βγαινε ο Αντρέας. Και σαν βγήκε, βούρκωσα, χωρίς γιατί, απλά βούρκωσα.
Αυτός ήταν ο Αντρέας των παιδικών μου χρόνων. Ένα βίωμα χαραγμένο στη μνήμη μου. Είχε καταφέρει να με συμπαρασύρει μαζί του. Δεν ήξερα τι πίστευε, δεν ήξερα τι έλεγε, δεν άκουγα τις ομιλίες του. Κι όμως· για μένα ήταν τόσο σημαντικός. Και οι λόγοι που κάνω την αναφορά στα παιδικά μου χρόνια, είναι δύο: Ο πρώτος είναι η αναφορά του Βορίδη στον ''Αντρέα που κατέστρεψε τη χώρα'' και ο δεύτερος, επειδή βλέπω στα πρόσωπα του κόσμου ακριβώς την ίδια ανάγκη για αλλαγή, για ελπίδα για προοπτική.

Έξω από το συναισθηματικό μου κόσμο, αντιλαμβάνομαι πως τα πράγματα, σήμερα, είναι τελείως διαφορετικά. Φωτεινοί ηγέτες δεν υπάρχουν, ούτε πιάνει το φέξιμο με το φακό. Δεν ξέρω καν αν τους χρειαζόμαστε πραγματικά. Δεν πιστεύω ότι θα ΄ρθει ένας νέος Αντρέας να φέρει την αλλαγή. Δεν πιστεύω στα πρόσωπα με την παλιά ειδωλολατρική εκδοχή. Γνωρίζοντας, όμως, πολιτικά και τον Γιώργο Παπανδρέου και κάνοντας την αναδρομή με πολιτικά, πια, χαρακτηριστικά, στα χρόνια του Αντρέα, διαπιστώνω ότι οι Παπανδρέου είχαν κάτι διαφορετικό από τους άλλους. Όχι μόνο ήξεραν την ταινία από την αρχή μέχρι το τέλος αλλά συμμετείχαν ενεργά στο σενάριο. Ξέρετε, αυτό πολιτικά ορίζεται με τη λέξη μεταρρυθμιστής. Και η λέξη αυτή δεν είναι εποχική αλλά διαχρονική. Μεταρρυθμιστής είναι αυτός ο οποίος δημιουργεί κάτι από την αρχή, στήνει μία νέα δομή, προβάλλει νέα πολιτικά χαρακτηριστικά, ολοκληρώνει στο μυαλό του το όραμα για τη χώρα του και το εξηγεί στο λαό, προσπαθώντας να δημιουργήσει ένα στρατό που θα παλέψει γι' αυτό. Διότι οι αλλαγές απαιτούν συγκρούσεις. Και μόνο οι συγκρούσεις με ό,τι καθεστωτικό φέρνουν αλλαγές.

Ο Αντρέας τα κατάφερε. Ο Γιώργος πάλεψε για το δικό του όραμα, τη διαφάνεια, την αξιοκρατία, τη δημοσιονομική εξυγίανση και την περισσότερη δημοκρατία χωρίς να μπορεί να βελτιώσει παράλληλα την ποιότητα ζωής των πολιτών.
Τα χρήματα έλειπαν, η Ελλάδα ήταν χρεοκοπημένη, οι άνεργοι πολλαπλασιάζονταν και τα προβλήματα δεν άφηναν χώρο για πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Ήταν ένας Παπανδρέου ο οποίος έβλεπε τόσο καθαρά την αλλαγή, είχε και το σχέδιο αλλά η στιγμή ήταν ακατάλληλη. Πιστεύω ακράδαντα ότι η πτώση του Γιώργου, με τη θέλησή του, είναι μία άδικη στιγμή για την ίδια την Ελλάδα. 

Το ΠΑΣΟΚ δεν ήταν μόνο των Παπανδρέου. Πέρασε και σε άλλα χέρια, αυτά των εκσυγχρονιστών. Σημαντικός για την Ελλάδα αποδείχθηκε και ο Σημίτης. Έξυπνος, με αρχές και δυναμισμό. Όμως, η σχολή των εκσυγχρονιστών έχει υποδεέστερα πολιτικά χαρακτηριστικά και στηρίζεται στη μη ριζοσπαστική εξέλιξη των πολιτικών δομών. Δε δημιουργεί το νέο, εκσυγχρονίζει το υπάρχον. Βέβαια, ο Σημίτης, το 1996, ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη στιγμή, για το ΠΑΣΟΚ αλλά και για την Ελλάδα. Η προσφορά του είναι και παραμένει άξια αναφοράς. Το όραμα έλειπε αλλά το σχέδιο υπήρχε και είχε αναλυθεί εξονυχιστικά. 

Σήμερα, το ΠΑΣΟΚ στα χέρια του Βενιζέλου είναι ένα κόμμα διαχείρισης της εξουσίας. Λείπει το όραμα, λείπει το σχέδιο, μα κυρίως, λείπει το πολιτικό στίγμα. Το ΠΑΣΟΚ κλείνει τον κύκλο του, όχι επειδή του λείπει η εμπειρία αλλά επειδή δε μπορεί να εκφράσει την πολιτική συνέχεια της ιδρυτικής του διακήρυξης. Ο νυν πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος κομπάζει για την άγονη ευφυία του, αποϊδεολογικοποιεί κάθε πτυχή του ΠΑΣΟΚ, μέχρι την τελική του κατάρρευση. Και το ΠΑΣΟΚ του Βενιζέλου δεν έχει ελπίδα επειδή είναι ένα οικοδόμημα χτισμένο με ιδέες και όχι με τούβλα.

Σήμερα, από τη Μεγάλη Δημοκρατική Παράταξη λείπει το όραμα. Αυτό που παίζουν στα χέρια τους οι Παπανδρέου όπως ο παππούς το κομπολόι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.