Κυριακή, 28 Ιουνίου 2015

Το δημοψήφισμα ως δημοκρατικό εργαλείο και όχι ως λύση πολιτικών αδιεξόδων

Δημοψήφισμα, λοιπόν. Πρόκειται περί ενός κορυφαίου δημοκρατικού εργαλείου, στο οποίο πιστεύω πάρα πολύ, όπως και γενικότερα στη συμμετοχική δημοκρατία. Μόνο που για να αποκτήσει θετική έννοια στη συνείδηση των πολιτών, θα πρέπει να γίνουν τα σωστά βήματα αξιοποίησής του. Όταν αποφασίζεις να εισαγάγεις αυτό το πολιτικό εργαλείο συμμετοχής, είναι απαγορευτικό να ξεκινάς με ένα δίλημμα που θα έχει μία επιλογή καταστροφική για σένα ή τη χώρα σου...

Δημοψηφίσματα σε εθνικό επίπεδο, τουλάχιστον στην αρχή, θα έπρεπε να αφορούν σε ερωτήματα των οποίων οι 2 επιλογές θα πρέπει να είναι ισορροπημένες και να γίνεται αντιληπτή στον πολίτη η αξία της συμμετοχής, η δυνατότητα συναπόφασης και κατ' επέκταση η περισσότερη ενεργοποίησή του.

Επί παραδείγματι, η Ελλάδα θα μπορούσε να κάνει ένα δημοψήφισμα για την κατάργηση ή όχι των παρελάσεων. Είναι κάτι που δεν θα δίχαζε το έθνος, θα εξηγούσε την ουσία της πράξης, θα έφερνε παραδείγματα άλλων κρατών και ο πολίτης θα αποφάσιζε με μία κορυφαία δημοκρατική διαδικασία.

Αντίστοιχα, σε αυτοδιοικητικό επίπεδο, θα μπορούσε να είναι η πεζοδρόμηση ή όχι ενός κεντρικού σημείου της πόλης· ή ακόμη το μέρος που θα μπορούσε δημιουργηθεί μία πλατεία, ένα κέντρο πολιτισμού, ένα θέατρο· ή ακόμη η επιλογή τού πώς να αξιοποιήσει μία περιοχή τα διαθέσιμα κονδύλια ή και τα ξένα (κρατικά-ευρωπαϊκά).

Η δε διατύπωση αλλά και ο λόγος για τον οποίο γίνεται το δημοψήφισμα, θα πρέπει να διαμορφώνονται σε συνεργασία με μία ανεξάρτητη αρχή, ούτως ώστε να μην το εκμεταλλεύεται πολιτικά ο εμπνευστής του.

Έτσι, ο πολίτης ενός κράτους αποκτά την κουλτούρα που απαιτείται, το δημοψήφισμα αποκτά τη θετική απόχρωση που δικαιούται και φυσικά, στη συνέχεια, μπορεί να υπάρξει μία δημοψηφισματική διαδικασία που θα έχει μία επιλογή με ριζικά χαρακτηριστικά που θα αφορά το μέλλον του κράτους, όπως αυτή να μείνει ή να φύγει από μία ένωση στην οποία συμμετέχει, ή να πάρει ή όχι μία συμφωνία που όμως συνδέεται με την παραμονή ή αποχώρησή της. Και φυσικά, κάθε τέτοια απόφαση απαιτεί χρόνο διαβούλευσης, όχι έναν μήνα, όχι βέβαια 5 μέρες (συνιστά αστείο), αλλά πολύ περισσότερο χρόνο. Οι Βρετανοί συζητούν για το δημοψήφισμα παραμονής τους στην Ε.Ε. από το 2010 και θα καλεστούν να ψηφίσουν το 2017· με κάθε μελέτη που θα συνοδεύει το κάθε επιχείρημα και αντεπιχείρημα, να γνωρίζει απόλυτα ο κόσμος τα υπέρ και τα κατά, πριν πάει να ψηφίσει.

Στην Ελλάδα είχαμε 2 περιπτώσεις δημοψηφίσματος. Η μία αφορούσε στην περίοδο κυβέρνησης του Γιώργου Παπανδρέου το 2011, έχοντας ως πρόταση την αποδοχή ή μη μίας ολοκληρωμένης συμφωνίας και τεκμηριωμένης στην κάθε της λεποτομέρεια. Η δεύτερη αφορά στην κυβέρνηση Τσίπρα και πρόκειται για μία μη ολοκληρωμένη πρόταση, η οποία προκύπτει από τη διαπραγματευτική διαδικασία και μάλιστα έχει ήδη αποσυρθεί από την άλλη πλευρά.

Πριν όμως αναλύσω τις διαφορές των 2 περιπτώσεων, να επισημάνω ότι και οι 2 πολιτικοί αρχηγοί, παρότι είμαι πεπεισμένος ότι πιστεύουν στο θεσμό του δημοψηφίσματος (ο ΓΑΠ μάλιστα τον εισήγαγε στο δημόσιο διάλογο και τον καθιέρωσε με το νόμο Καστανίδη), θεωρώ ότι εκμεταλλεύτηκαν τον θεσμό και άντλησαν ενέργεια από τη δημοκρατικότητά του για να πετύχουν τον εθνικό στόχο που είχαν κατά νου. Μάλιστα, και οι 2 επέλεξαν το δημοψήφισμα με φόντο ένα αδιέξοδο.

Η διατύπωση

Και στις 2 περιπτώσεις, η διατύπωση αφορούσε σε μία δημοσιονομική πρόταση και συνδεόταν με την πορεία της Ελλάδας στην Ευρωζώνη και κατ΄ επέκταση στην Ε.Ε.. Εντούτοις, στην περίπτωση του πρώτου δημοψηφίσματος, επρόκειτο για μία ολοκληρωμένη πρόταση, έτοιμη προς κατάθεση στο κοινοβούλιο και η επιλογή να τεθεί στο λαό συνιστούσε δημοκρατικό και αναφαίρετο δικαίωμα της κυβέρνησης, χωρίς να χάνουμε την αξιοπιστία μας προς τους εταίρους. Στη δεύτερη περίπτωση, η ελληνική κυβέρνηση παίρνει μία ανεπίσημη πρόταση και ενώ δεν έχει ολοκληρωθεί η διαπραγματευτική διαδικασία και τη μεταφέρει ως επίσημη πρόταση των δανειστών.

Η ειδοποιός διαφορά είναι ότι στην 2η περίπτωση βάζουμε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και τον λαό εκ μέρους της μίας πλευράς που διαπραγματεύεται, ενώ στην 1η περίπτωση η διαπραγματευτική διαδικασία είχε ολοκληρωθεί. Δηλαδή πρόκειται και συγχωρήστε μου τη λέξη, για μία ελληνική πουστιά, διότι κατά τη διαπραγμάτευση, το ένα ή το άλλο μέρος μπορούν να προτείνουν τα πάντα, να πάνε τους στόχους ψηλά ή χαμηλά, τα νούμερα πάνω ή κάτω, δεν μπορείς εσύ να «κλέβεις» αυτό που σε βολεύει και χωρίς να ενημερώνεις να το δίνεις στο λαό σου για να αποφασίσει. Φανταστείτε να έκανε κάτι αντίστοιχο η άλλη πλευρά. Να έπαιρνε δηλαδή μία πρόταση της ελληνικής πλευράς που να μην είχε μείωση στρατιωτικών δαπανών, να μην ακουμπούσε πρόωρες συντάξεις, να μην είχε ΦΠΑ και να ανέφερε έσοδα που θα ήταν ατεκμηρίωτα ως προς την είσπραξή τους και να την πήγαινε σε ευρωπαϊκό δημοψήφισμα. Να μην περιγράψω τα παρακάτω, αντιλαμβάνεστε τι επρόκειτο να συμβεί στη χώρα.

Η χρονική διαδικασία

Και στις δύο περιπτώσεις, ο χρόνος που δόθηκε ήταν ελάχιστος. Ο Παπανδρέου ζήτησε να δοθεί το χρονικό περιθώριο του ενός μηνός. Στη δε περίπτωση Τσίπρα, οι 5 ημέρες δεν μπορεί να είναι παρά ανέκδοτο και φυσικά γελοιοποίηση του ίδιου του θεσμού.

Η χρησιμότητα

Στην 1η περίπτωση, η επιλογή Παπανδέου να υποστηρίξει το πακέτο μέτρων που συνοδευόταν από το κούρεμα, ήταν μία απόφαση που έφερνε 120 δις ρευστό στη χώρα και περίπου 120 δις κούρεμα του χρέους (πραγματικό όφελος 180 δις) αλλά κυρίως διατηρούσε το ευρωπαϊκό κεκτημένο της χώρας και προφανώς δεν θα έβρισκε επί της διαδικασίας αντίθετο το φιλοευρωπαϊκό κόμμα της μείζονος αντιπολίτευσης, τουναντίον, θα το έθετε προ των ευθυνών του (αυτός ήταν και ο λόγος που επέλεξα να το στηρίξω ως πρόταση).

Στη 2η περίπτωση Τσίπρα, η επιλογή του ΟΧΙ δεν γνωρίζει κανείς πού οδηγεί αλλά ούτε μπορεί να υπάρξει μία βασική περιγραφή. Θεωρώ αδιανόητο να καλύπτεται μία πολιτική επιλογή μείζονος εθνικής σημασίας από εθνικιστικές κορώνες. Η ευθύνη του πολιτικού είναι να εξηγήσει με κάθε λεπτομέρεια το αποτέλεσμα της επιλογής που προτείνει. Το δε χειρότερο είναι πως το δημοψήφισμα, όποια και αν είναι η εξέλιξή του, χωρίζει την Ελλάδα στα δύο και οδηγεί σε εθνικό διχασμό. Μπορεί, επί παραδείγματι, να κυβερνήσει ο Τσίπρας ή όποιος άλλος, αν το ΝΑΙ πάρει ένα 55% και έχει απέναντί του άλλο ένα 45%; Μπορεί μήπως να κυβερνήσει το ΌΧΙ, όντας αχαρτογράφητο, αν αντιστρέψουμε τα ποσοστά; Προφανώς και όχι. Σε κάθε περίπτωση, για να τα καταφέρει η χώρα, χρειάζεται συνεργασία των περισσοτέρων δυνάμεων και σύμπνοια. Ένας οργανωμένος αντπολιτευτικός πόλος δεδομένα θα αποδομήσει την όποια εθνική προσπάθεια προκύψει από το αποτέλεσμα.

Η ευθύνη

Στην 1η περίπτωση, υπάρχει ανάληψη ευθύνης. Ο Παπανδρέου δεν θα συνέχιζε να κυβερνά αν ο ελληνικός λαός απέρριπτε το πακέτο. Μάλιστα, ο ίδιος έκανε πίσω, αφήνοντας δημοψήφισμα στην άκρη και κυρίως θυσιάζοντας εαυτό, προκειμένου να περάσει το πακέτο στήριξης το οποίο θεώρησε ως το μείζον για τη χώρα του και το έβαλε πάνω από το δημοψήφισμα και τον εαυτό του.. Βέβαια, αν είχε επιμείνει, όπως εκ των υστέρων αποδεικνύεται, η Ελλάδα θα είχε συνεχίσει την ομαλή τετραετή πορεία μεταρρυθμίσεων και θα είχε αφήσει την κρίση πίσω της το 2013, με εναλλαγή, βέβαια, στην κυβέρνηση λόγω κόστους, αλλά την Ελλάδα εκτός μνημονίων. Το 6μηνο πάγωμα της οικονομίας και οι αλλεπάλληλες εκλογές, και τότε και τώρα, ζημίωσαν σε μεγάλο βαθμό τη χώρα.

Στη 2η περίπτωση, υπάρχει μεταφορά ευθύνης. Ο Τσίπρας δείχνει διατεθειμένος να συνεχίσει να κυβερνά, ακόμη και αν υπάρξει αντίθετη απόφαση με την πολιτική του πρόταση. Μάλιστα, ο ίδιος έχει με αμετροέπεια πει προ διμήνου ότι δεν θα τον ''κοντράρουν'' οι Ευρωπαίοι διότι είναι μόλις 40 χρονών και θα τον βρίσκουν μπροστά τους για τα επόμενα 20 χρόνια ! Έτσι, δείχνει ότι δεν πρόκειται να θυσιάσει την πολιτική του θέση και προσωπική του πορεία σε καμία των περιπτώσεων και γι' αυτό επιλέγει τη μεταφορά ευθύνης. Αν η δραχμή φέρει φτώχεια και εξαθλίωση, αυτή θα είναι απόφαση του ελληνικού λαού.

Όσο για το δημοψήφισμα, είναι ηλίου φαεινότερο ότι οδηγείται σε πλήρη ευτελισμό ως διαδικασία, καθότι δεν υπάρχει πλέον η διατύπωση (οι εταίροι έχουν αποσύρει την πρόταση και το eurogroup ψήφισε ομόφωνα κατά της παράτασης το προγράμματος). Εντούτοις, ο Τσίπρας λέει ότι θα γίνει και θα πάμε μέχρι τέλους, σε ένα δημοψήφισμα χωρίς καν ερώτημα! Και φυσικά υπάρχει ο κίνδυνος να γίνει ένα δημοψήφισμα αντίστοιχο της ΕΥΑΘ, δηλαδή ένα δημοψήφισμα-παρωδία.

Κλείνοντας τις σκέψεις μου, θέλω να τονίσω ότι κατά την άποψή μου το χειρότερο όλων για τούτο το δημοψήφισμα δεν είναι ούτε καν η έξοδος από την Ευρώπη, με τη φτωχοποίηση που αυτή συνεπάγεται αλλά ο εθνικός διχασμός που αυτό θα επιφέρει. Και μία διχασμένη Ελλάδα δεν μπορεί να προχωρήσει ούτε εντός ούτε εκτός ευρώ και Ε.Ε.. Η πολιτική ευθύνη είναι τεράστια, αυτό το δημοψήφισμα θα πρέπει να μείνει στα χαρτιά, η Ελλάδα θα πρέπει να μείνει ενωμένη. Η δε υπέρχρηση της έννοιας δημοκρατίας για να νομιμοποιήσουμε τη διενέργεια του δημοψήφισματος και να υπηρετήσουμε τα κομματικά μας συμφέροντα συνιστά μία πράξη δειλίας.






- See more at: http://epikairo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.