Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

Ο λαϊκισμός του Κώστα Σημίτη για το «λεφτά υπάρχουν».

Τη χθεσινή ομιλία του Κώστα Σημίτη στο Ζάππειο μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ. Εξ αφορμής και το συγκεκριμένο ποστ.

Τον Κώστα Σημίτη τον ψήφισα και τον στήριξα με όλες μου τις δυνάμεις κατά την περίοδο της οκταετίας που κυβέρνησε τη χώρα. Προφανώς δεν τον θεωρώ ως έναν πολιτικό του διαμετρήματος του Βενιζέλου αλλά έναν σοβαρό και υπεύθυνο πρωθυπουργό που εκσυγχρόνισε σε ένα βαθμό τις δομές αλλά και τις αντιλήψεις της χώρας...

Μάλιστα, δεν έχω αρθρογραφήσει εναντίον του, ούτε του έχω ασκήσει την ελάχιστη κριτική, μέχρι και την περίφημη περσινή του ομιλία στο ΙΣΤΑΜΕ, στην οποία έκανε την πρώτη του συνεδρία αποσυμφόρησης θυμού, αφιερώνοντας αρκετό χρόνο στο να κατηγορεί τον Παπανδρέου. Μίλησε απαξιωτιά για το σύνθημα ''λεφτά υπάρχουν'' και το παρουσίασε ως την καταστροφή του κόμματος και της χώρας, αναφέρθηκε σε όλες τις εκλογικές νίκες του ΠΑΣΟΚ και πήδηξε αυτή του 2009 (ούτε οι κυράτσες τέτοια συμπεριφορά) ενώ χαρακτήρισε το όραμα του Γιώργου Παπανδρέου ως φαντασίωση!

Επρόκειτο για μία ομιλία που περιείχε κόμπλεξ, θυμό, κακία και πιθανώς είχε ως αφετηρία τη διαγραφή του από τον Γιώργο Παπανδρέου το 2008, με την οποία και γω δε συμφώνησα. Εντούτοις, ο ηγέτης δε δικαιούται να άγεται και να φέρεται από το συναισθηματικό του κόσμο, ούτε τα δικά μας αυτιά έχουν τη διάθεση να συμμετέχουν στην ψυχοθεραπεία του ηγέτη! Aντίστοιχα, ο Γιώργος Παπανδρέου θα έπρεπε να κατηγορεί επί μερόνυχτα τον Σημίτη που ''την έκανε με ελαφρά πηδηματάκια'' και του χρέωσε την ήττα του 2004 όπως και τον Βενιζέλο που τον ανέτρεψε -δεν το έκανε. Παρ΄ όλα αυτά, ο πρώην πρωθυπουργός δικαιούται και τις κακές του -ανθρώπινες- στιγμές, οπότε το αφήσαμε και μεις να περάσει μήπως και του περάσει.

Δυστυχώς, φαίνεται ότι το κακό ρίζωσε βαθιά στον εσωτερικό κόσμο του Κώστα Σημίτη και έχτισε μία ολόκληρη επιχειρηματολογία τον τελευταίο χρόνο, βασιζόμενη στη φράση του ΓΑΠ ''λεφτά υπάρχουν''. Χρησιμοποίησε την επιχειρηματολογία του αυτή ακόμη και στο πρόσφατο άρθρο του που αφορούσε στην αποτίμησή του για τη μεταπολίτευση: ''Ο Γ. Παπανδρέου διαβεβαίωσε πριν από τις εκλογές του 2009 ότι λεφτά υπάρχουν. Καθυστέρησε να πάρει μέτρα. Αποτέλεσμα ήταν η επέμβαση της Ευρωζώνης''. Το έκανε και χθες, για ακόμη μία φορά.

Ο κύριος Σημίτης, ο οποίος αναφέρεται συχνά πυκνά στον λαϊκισμό, θα πρέπει πρώτα να πάψει ο ίδιος να τον χρησιμοποιεί κατά το δοκούν διότι η κυβέρνηση Παπανδρέου, όχι μόνο δεν πήρε μέτρα εξαιτίας του λεφτά υπάρχουν, αλλά πήρε 3 φορές μέτρα [5/11/2009 ανακοινώθηκαν τα πρώτα μέτρα], ξεκινώντας άμεσα και αφότου μετρήθηκε το πραγματικό έλλειμμα. Μάλιστα, τα μέτρα αυτά ήταν ύψους 4 δις, όσα δηλαδή και αυτά που πάρθηκαν στο 1ο μνημόνιο [λινκ]. Ακόμη πιο αισχρός γίνεται ο λαϊκισμός όταν υποστηρίζεται ότι τα μέτρα που θα μπορούσαν να παρθούν στο τέλος του 2009, θα μπορούσαν να αποτρέψουν το μνημόνιο. Μάλιστα, αντιφάσκει και με τη δική του πρόβλεψη για το ΔΝΤ, περίπου ένα χρόνο πριν. Μακάρι να ήταν τόσο εύκολο, με λίγα ή πολλά επώδυνα μέτρα, να αποφύγουμε το μνημόνιο.

Επί της πολιτικής ουσίας, τώρα, έχουμε επανειλημμένως εξηγήσει ότι το συγκεκριμένο σύνθημα δεν αφορούσε σε παροχές αλλά σε εξορθολογισμό δαπανών. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού που εννοούσε ο Παπανδρέου μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Αλλά ακόμη και αν υποθέσουμε ότι το σύνθημα αφορούσε σε παροχές, ακόμη και αν μπούμε σε αυτή την παράδοξη λογική, η αλήθεια είναι ότι δεν δόθηκε ούτε 1 ευρώ σε παροχές. Μάλιστα, το μισό επίδομα αλληλεγγύης που δόθηκε, ύψους 500 εκ., ήταν από το άπαξ χαράτσι σε μεγαλοεισοδηματίες, από τους οποίους εισπράχθηκαν 700 εκ. ευρώ, δηλαδή το ταμείο του κράτους βγήκε και κερδισμένο κατά 200 εκ. ευρώ. Οπότε, αρκετά με την υποκρισία.

Και επειδή ήρθε η ώρα να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, ας μιλήσουμε για τις πραγματικές προεκλογικές παροχές:

Το 2003, σε μία περίοδο εκλογών και ολυμπιακών αγώνων, από το βήμα της ΔΕΘ, ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης εξαγγέλλει το μεγαλύτερο πακέτο παροχών όλων των εποχών ύψους 1,7 δισ. ευρώ. Για την ιστορία, οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων μηνών του 2003 έδειχναν μεγάλο προβάδισμα Καραμανλή έναντι του Σημίτη. Ο Σημίτης ο οποίος ήθελε να συνεχίσει για ακόμη μία θητεία στην πρωθυπουργία της χώρας, κάλεσε στο γραφείο του τον Χριστοδουλάκη και του ζήτησε να επεξεργαστεί ένα γενναίο κοινωνικό πακέτο, λαμβάνοντας υπόψη και τον προϋπολογισμό του 2004. Ο Χριστοδουλάκης επιστρέφει με ένα πακέτο των 1,2 δις € το οποίο τελικά φτάνει τα 1,7 δις. Αξίζει να διαβάσετε και τι έλεγε ο τύπος εκείνη την εποχή. Επί παραδείγματι, θυμίζω την Καθημερινή -> 1,5 δισ. ευρώ για τις εκλογές με τα ταμεία άδεια - H κυβέρνηση τα δίνει όλα στη μάχη για την εξουσία.

Το κοινωνικό πακέτο δε στάθηκε αρκετό για να μικρύνει την ψαλίδα ανάμεσα στη Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ. Οι δημοσκοπήσεις του Οκτωβρίου του 2003 βρίσκουν τη διαφορά παγιωμένη μεταξύ των δύο κομμάτων και είναι η στιγμή που ο Σημίτης αποφασίζει να εγκαταλείψει την προεδρία του ΠΑΣΟΚ. Από τον περίγυρό του διαρρέει ο τρόπος με τον οποίο ο Σημίτης αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο της ήττας λέγοντας «σιγά μην καθήσω να χάσω από τον Καραμανλή».

Ο Σημίτης *παραδίδει* την προεδρία του κόμματος στον Γιώργο Παπανδρέου, ο οποίος ήταν ο πλέον επιτυχημένος υπουργός της κυβέρνησής του [ένταξη Κύπρου στην Ε.Ε., σύγκλιση με Τουρκία] και ο πλέον δημοφιλής Έλληνας πολιτικός [άγγιζε το 80% στις δημοσκοπήσεις]. Τελικά, αυτές οι παράμετροι δεν έφταναν για τον Παπανδρέου να καλύψει τη διαφορά καθώς το πέπλο της διαφθοράς δεν έφυγε πάνω από το ΠΑΣΟΚ, έστω και αν οι Σημίτης-Παπανδρέου προχώρησαν σε πράξεις όπως τη διαγραφή 10 βουλευτών με την υπόθεση Πόρτο Καρράς και την εμπλοκή του Πάχτα.

Αυτά, για την αποκατάσταση της αλήθειας και για να κοιταχθούν κάποιοι ξανά στον καθρέφτη.

Σήμερα, ο Σημίτης μας καλεί εκ νέου σε μία νέα αρχή. Έγινε μία με την «ελιά», απέτυχε, αλλά γιατί να μην κάνουμε ακόμη μία;

Αλήθεια, τι εννοεί ο ποιητής με τη συμμετοχή όλων στη νέα αρχή; Να φωνάξουμε τον Τσουκάτο, τον Παπαντωνίου και τον Μαντέλη; Να ξανακάνουμε Υπουργό Αμύνης τον Άκη; Να δοκιμάσουμε να ξαναμεταρρυθμίσουμε την υγεία [Aλέκος Παπαδόπουλος], την παιδεία [Αρσένης] και το ασφαλιστικό [Γιαννίτσης], το λεγόμενο τρίπτυχο του κοινωνικού κράτους που αποτύχαμε όχι μόνο να το μεταρρυθμίσουμε αλλά και να το εκσυγχρονίσουμε στο ελάχιστο; Να γυρίσουμε στον Καποδίστρια, τότε που «κολλούσαμε» τα χωριά όπου μας βόλευε στο μοίρασμα των δήμων για να βαφτούν στον πολιτικό χάρτη οι μεγάλοι δήμοι πράσινοι; Να πούμε ότι το χρηματιστήριο είναι ο καθρέφτης της οικονομίας μας, να πάμε το δείκτη στις 6 χιλιάδες και να εξαφανίσουμε όλη την ιδιωτική εθνική αποταμίευση [βίαιη ανακατανομή πλούτου-μεταφορά κεφαλαίων στο εξωτερικό]; Να ξανακάνουμε λάστιχο το ΑΣΕΠ με τα stage, τις μοριοδοτήσεις και τις κατευθυνόμενες προκηρύξεις [το γύρισε σε γαλάζια συνέντευξη στο κατόπι ο Καραμανλής]; Να επαναφέρουμε πίσω τα *νόμιμα* ποσοστά απ' τα μεγάλα έργα; Να ξαναπροσλάβουμε σύμβουλο τον Πανταγιά που έσβηνε χρέη στο ΣΔΟΕ κατά παραγγελία; -να συνεχίσω;

Τότε, ο Κώστας Σημίτης έλεγε 'Όποιος έχει στοιχεία, στον εισαγγελέα'', για τα όργια φημών περί οικονομικών ατασθαλιών στενών του συνεργατών. Όπως φαίνεται στην περίπτωση της Siemens, 2 εκ των πλέον στενών συνεργατών του Σημίτη, οι Τσουκάτος-Μαντέλης, δωροδοκήθηκαν με ποσά του 1 εκ. και των 450 χιλ ευρώ αντίστοιχα. Σκιές διαφθοράς και διαπλοκής υπάρχουν σε όλο σχεδόν το στενό κύκλο του Κώστα Σημίτη και η τετραετία του 2000-2004 χαρακτηρίζεται ως ο πολιτικός παράδεισος των μεγαλοκαναλαρχών, μεγαλοεργολάβων, μεγαλοεπενδυτών και χρηματιστηριακών προσωπικοτήτων εντός και εκτός χώρας. Θυμάμαι δε, παραπολιτικά σχόλια τα οποία σχολίαζαν και τα ποσοστά της μίζας στις αναθέσεις δημοσίων έργων, 15% έλεγαν οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ. 

Τα κραταιά μίντια, οι μεγαλοεργολάβοι, οι χρηματιστές και γενικότερα το κεφάλαιο απόλαυσαν μία πολιτική στα μέτρα τους, και ο Σημίτης, παρά τη μη ίδια συμμετοχή, υποστήριξε με τη σιωπή του τους αυλικούς του. Το σύνθημα ''όλοι μαζί μπορούμε περισσότερα'' αντικαταστάθηκε από το ''όποιος έχει στοιχεία να πάει στον εισαγγελέα'' και η αδυναμία του να προχωρήσει στις διαρθρωτικές αλλαγές ειπώθηκε ως ''αυτή είναι η Ελλάδα'', και μάλιστα το κοτσάρουν περήφανα στους τοίχους τους ακόμη και σήμερα οι νεώτεροι εκσυγχρονιστές, ενώ το πεσσιμιστικό νόημα της φράσης είναι ''αποτύχαμε, όχι γιατί εμείς δε θέλαμε, οι Έλληνες δεν ήθελαν (ή δε μπορούσαν)''.

 Η κυβέρνηση Σημίτη έμεινε τελικά στην ιστορία για την οικονομική σύγκλιση με την Ε.Ε. και τα μεγάλα έργα.

Όμως, για να αποκαταστήσουμε την αλήθεια σε όλο της το φάσμα, όσον αφορά στο ΠΑΣΟΚ και τα οικονομικά του, ο πιο επιτυχημένος υπουργός οικονομικών βάσει στοιχείων ήταν ο Αλέκος Παπαδόπουλος, την περίοδο 1994-1996 επί πρωθυπουργίας Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος παρέδωσε υποδειγματικούς προϋπολογισμούς, δημιούργησε τις προϋποθέσεις σύγκλισης, εγκατέστησε τη μακροοικονομική σταθερότητα και προχώρησε σε μία σειρά από διαρθρωτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις [ίδρυσε το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ), το Εθνικό και τα Περιφερειακά Ελεγκτικά Κέντρα και τη Σχολή του Υπουργείου Οικονομικών για την επιμόρφωση των υπαλλήλων σε νέα συστήματα διοίκησης. Επιπλέον, ανέπτυξε το Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα Φορολόγησης TAXIS, σύστησε τους Οικονομικούς Επιθεωρητές του Κράτους κ.α.]

Όσο για τα μεγάλα έργα, πράγματι, αυτά έγιναν. Και είμαστε υπερήφανοι. Όπως βέβαια έγιναν και επί χούντας. Αν ένας σοσιαλιστής πρωθυπουργός έχει μείνει στην ιστορία, όχι για το κοινωνικό κράτος, τις αλλαγές σε υγεία-παιδεία-ασφάλιση, στο θέμα των ατομικών ελευθεριών ή της περισσότερης συμμετοχής του λαού στις λήψεις αποφάσεων, αλλά ως ο πρωθυπουργός των μεγάλων έργων, τότε, την ιδεολογία και το όραμα μπορεί να τα βρει κανείς ως φαντασίωση ανάμεσα σε τούβλα και μπετά.

http://www.epikairo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.