Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2014

Το Τρίτο Κύμα της Δημοκρατίας/ του Πέτρου Κουπέγκου


via: athensvoice]

 
Δεν είναι καιρός (δεν ήταν ποτέ), να παίρνει κανείς το μέρος του ενός ή του άλλου πολιτικού σε προσωπική βάση ή με το πάθος που χαρακτηρίζει συνήθως την απουσία ενός στοιχειωδώς σοβαρού πολιτικού διαλόγου. Τα όσα συνέβησαν όμως τις τελευταίες ώρες στο χώρο του ΠΑΣΟΚ προκαλούν αναπόφευκτα σκέψεις και σχόλια ενώ μπροστά μας αναδύονται με ταχύτητα πολιτικές προκλήσεις και διλήμματα με αναπόφευκτες καταληκτικές προθεσμίες.

Σύντομα, πολλοί θα κληθούμε να αποκαταστήσουμε τη συνέπεια της σχέσης μας με την πολιτική μας διαδρομή και το όποιο αντίστοιχο μέλλον κάνοντας και πάλι μια αντίστοιχη επιλογή.

Πρακτικά και θεωρητικά δεν θα μπορέσουμε να αποφύγουμε «πρόσωπα». Πρακτικά γιατί στην πολιτική σκηνή δεν εμφανίστηκαν ικανά νέα σχήματα ή όσα εμφανίστηκαν δεν κάλυψαν επαρκώς ούτε ένα μικρό τόξο του πολιτικού χώρου στον οποίο απευθύνθηκαν. Θεωρητικά γιατί πιθανότατα δεν φαίνεται να έχει συμπληρωθεί ο χρόνος που τέτοιες καταστάσεις θα αποτελούν παρελθόν. Η κοινωνία, με τη δυναμική της, τα συστήματα εξουσίας, τις εξαρτήσεις, τις ανάγκες, τους μύθους της και άλλα πολύ πραγματικά δεδομένα, συσπειρώνεται ευκολότερα γύρω από γνωστούς πρωταγωνιστές της πολιτικής σκηνής με όποιο τρόπο και αν αυτοί προέκυψαν. Μπορεί πάντα να γίνει και αλλιώς, αλλά μένει να αποδειχθεί πότε και πώς.

Μέχρι τότε, ή μάλλον για τώρα, με τις νωπές τοποθετήσεις πρώην και νυν που έπαιξαν ρόλο στη διακυβέρνηση της χώρας μας αλλά και στην πολιτική πορεία και μελλοντική τύχη του ΠΑΣΟΚ μπορώ να παρατηρήσω τα εξής:

Ο κ. Παπανδρέου περιστοιχισμένος από πολιτικούς φίλους τριών γενεών τοποθετήθηκε με ικανοποιητική συνέπεια και σαφήνεια για το πολιτικό του όραμα που λόγοι ανεξάρτητοι από τη σύντομη και θυελλώδη διακυβέρνησή του δεν του επέτρεψαν επαρκώς να θεμελιώσει, πολύ περισσότερο δε να ολοκληρώσει. Από αυτή τη συγκυρία έχασε πολύ περισσότερα η χώρα και οι προοπτικές της, οι πολίτες και η καθημερινή ζωή μας, από ό,τι η πολιτική του καριέρα. Το γεγονός ότι η διακυβέρνηση Παπανδρέου δεν εξάντλησε μία ολόκληρη και ίσως μια δεύτερη τετραετία αποτελεί μια καθαρή απώλεια για ένα προοδευτικό, σύγχρονο, ευρωπαϊκό κράτος. Δεν ήταν βέβαια όλα τέλεια και απαιτούν μια ισχυρή δόση αυτοκριτικής από την πλευρά του ώστε να εγγυηθούν μια προσεχή επάνοδο σε πιο στερεή βάση στο μέλλον, αλλά σίγουρα τα πράγματα θα ήταν απείρως καλύτερα από την παρούσα δεξιά συντηρητική διακυβέρνηση και την ανεύθυνη λαϊκιστική αντιπολίτευση. Στον σύντομο ιστορικό απολογισμό, προς τιμή του κ. Παπανδρέου, είναι ότι στον κατάλογο των θετικών των κυβερνήσεων της δημοκρατικής κεντροαριστεράς στη σύγχρονη ελληνική ιστορία αναφέρθηκε σχεδόν ισότιμα σε αυτήν του Γεωργίου Παπανδρέου, με κεντρικό θέμα τη Δημοκρατία, σε αυτή του Ανδρέα Παπανδρέου με κεντρικό θέμα την Κοινωνική Δικαιοσύνη και σε αυτή του Κώστα Σημίτη με κεντρικό θέμα την Ευρώπη και την ΟΝΕ.

Ό,τι επακολούθησε, στον άτυπο «διάλογο» μεταξύ των τριών τελευταίων Προέδρων του ΠΑΣΟΚ, ήταν κατά την άποψή μου «δορυφορικό» της δυναμικής εμφάνισης ενός τρίτου κύματος Δημοκρατικής Αλλαγής που ουσιαστικά προανήγγειλε ο κ. Παπανδρέου
Ένας ενδόμυχος φόβος αυτού του τρίτου κύματος που θα επανέφερε στο προσκήνιο τη ζωντανή σχέση των Παπανδρέου με την κοινωνία έκανε πολλούς να χάσουν την ψυχραιμία τους. Μεταξύ αυτών, ακόμα και όσους πιστά ακολουθούν τον κ. Παπανδρέου. Κάποιους χαρακτηρισμένους με κάπως αρνητικό τρόπο ως «βαθύ» ΠΑΣΟΚ, αλλά κυρίως πολλούς απλούς ανθρώπους που λειτουργούν με το φιλότιμο, το όραμα και το συναίσθημα. Ένα νήμα στενής και ειλικρινούς σχέσης με τέτοιους ανθρώπους, που στερούνται άλλα πολιτικά πρόσωπα, είναι μια κληρονομιά που διαθέτει ο κ. Παπανδρέου παρά τον ανηλεή και πολυμέτωπο εναντίον του πόλεμο.

Η πιθανή σωστή διαχείριση αυτής της κληρονομιάς φέρνει ρίγη και σε όσους έχουν ευσεβείς πόθους και σε όσους έχουν συμφέροντα. Αυτή η πραγματικότητα και η ανολοκλήρωτη προσπάθεια διακυβέρνησης από τον Γ. Παπανδρέου, που παραμένει για πολλούς ζωντανή, τον διατηρεί έναν έμπρακτο και εν ενεργεία πρωταγωνιστή.



Ο Κ. Σημίτης, πρώην πρωθυπουργός και πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, λίγα 24ωρα αργότερα με την τοποθέτησή του στην αντίστοιχη εκδήλωση του ΠΑΣΟΚ, συντήρησε την εκτίμηση που απολαμβάνει για τις εκσυγχρονιστικές του αντιλήψεις για το κράτος, όπως και την αποδοκιμασία που του αναλογεί για την κορύφωση των μεγεθών της διαφθοράς στην περίοδο της απόλυτης κυριαρχίας του. Στα τελευταία, στην ομιλία του, καθόλου δεν αναφέρθηκε. Αλλά δεν περιορίστηκε σε αυτό. Πήρε μία, την μόνη ίσως που εκτενώς συζητήθηκε, πρωτοβουλία στην πολιτική του τοποθέτηση υιοθετώντας το λαϊκισμό του κ. Σαμαρά και τις σκοπιμότητες των διαπλεγμένων ΜΜΕ στην αποτίμηση του νοήματος και της σημασίας της αποστροφής του κ. Παπανδρέου στην προεκλογική εκστρατεία του 2009 για το «λεφτά υπάρχουν». Δεν είναι αφελής ο κ. Σημίτης για να μην καταλαβαίνει. Μικρόψυχος, όμως, και πολιτικά επικίνδυνος στον εσωτερικό πολιτικό ανταγωνισμό είναι. Ανεπανόρθωτα, όμως, γιατί δεν είναι η μοναδική φορά. Έτσι αποχωρεί απομακρυνόμενος όλο και περισσότερο από το πολιτικό κάδρο στο οποίο αραιά και πού εμφανίζεται με αμφίσημες προθέσεις και συμβολή.

Από την άλλη μεριά, ο κ. Βενιζέλος επιχειρήθηκε να εμφανιστεί σαν θύμα, επειδή υπέστη μια πολιτική ασχήμια εις βάρος της προσωπικότητάς του και του σοβαρού πολιτικού διαλόγου που όλοι απαιτούμε, όταν «γιουχαΐστηκε» από τους παριστάμενους στην εκδήλωση για την ιστορία των κινημάτων της Αλλαγής. Δεν υπάρχει νοήμον πολιτικό όν που να επικροτεί τέτοιες συμπεριφορές σε οποιαδήποτε πολιτική συγκέντρωση. Ούτε καν ποδοσφαιρική.

Η πρωτοβουλία για αυτή τη συμπεριφορά του κοινού δεν ανήκει ασφαλώς στον κ. Παπανδρέου. Ίσως να έχει ευθύνη, πταισματική, για το ότι δεν έκανε ό,τι μπορούσε, αν μπορούσε, για να το αποτρέψει, αλλά είπαμε αυτό δεν είναι κακούργημα και θα παραμείνει άλλο ένα πταίσμα. Η αξιολόγηση όμως αυτού του συμβάντος, παρά την κατηγορηματική καταδίκη του, δεν μπορεί να γίνει χωρίς να συνεκτιμηθούν γεγονότα, συνθήκες και περιεχόμενο της εκδήλωσης. Σε αυτή την εκδήλωση, τυπικά ως πρόεδρος, είχε δικαίωμα να συμμετέχει μετά τιμών. Ουσιαστικά όμως, ως πρόσωπο, ως παράγων της σύγχρονης πολιτικής ζωής που βίωσε ξανά αποστασία το έτος 2011, έλαβε ενδεχομένως απλή και αυθόρμητη «προκαταβολή» μιας αποτίμησης που του επιφυλάσσει η Ιστορία. Γιατί πλέον με όποιο δικανικό τρόπο και αν επιχειρήσει να θωρακίσει το ρόλο του στην επίμαχη περίοδο όπου αποδομήθηκε λαοπρόβλητη κυβέρνηση και πρωθυπουργός, το στίγμα με το οποίο χρεώθηκε θα τον ακολουθεί. Οι λίγοι χειροκροτητές που τον ακολουθούν στην κιβωτό σωτηρίας που ανήγγειλε θα εξακολουθήσουν με ταχείς ρυθμούς, μοιραία, να μειώνονται.

Ο κ. Βενιζέλος, τόσο στην πρώτη του ομιλία όσο και στη δεύτερη επίσης δεν ξεπέρασε καν τον εαυτό του. Ούτε ως προς το ύφος, ούτε ως προς τις νύξεις προς τον κ. Παπανδρέου, ούτε ως προς το περιεχόμενο της πολιτικής του πρότασης ή αντιπρότασης. Για πολλούς παρατηρητές επανεκτέθηκε άδοξα. Έτσι εκών άκων διαγράφεται από το κάδρο στο οποίο από ετών διαγκωνίζεται να εγκατασταθεί ως ισόβιος παράγων της σωτηρίας παράταξης και έθνους.

Πέραν αυτών, κάποιοι «ψίθυροι», ή μάλλον σκιές πολιτικών πρωτοβουλιών που βρίσκονται στο μυαλό κάποιων φαντασμένων με την πολιτική, σε αμφισβητήσιμες δημοσκοπήσεις ή και συγκυριακά στην κάλπη, κατατάσσονται στα προφανή απόνερα της θύελλας που σάρωσε την πολιτική ζωή με διπλή αφετηρία. Είναι αυτά που δημιούργησε η πολύπλευρη κρίση αξιών, πολιτισμού, γνώσης και επίγνωσης που προηγήθηκε του 2009 και ό,τι γέννησε η συγκυρία της αποδοχής της πραγματικότητας της οικονομικής χρεοκοπίας στη συνέχεια. Δεν αποτελούν με κανένα τρόπο στέρεα πολιτικά δεδομένα. Προσωρινοί σύμμαχοι, δορυφόροι συμφερόντων, δοτοί, επίδοξοι που περιφέρονται γύρω από τους πρώην και νυν προέδρους του ΠΑΣΟΚ με μόνο έρεισμα την ενδεχόμενη άγνοια και κυρίως την μεγάλη απογοήτευση των πολιτών από την πολιτική κατάσταση είναι αντικειμενικά ανύπαρκτοι. Δεν αποτυπώνονται στο κάδρο.


Τελικά στο κάδρο παραμένει μόνο ό,τι αποτελεί φυσική συνέχεια και εκπροσωπεί το ιστορικό κοινωνικό κεκτημένο των ανένδοτων για Δημοκρατία, Κοινωνική Δικαιοσύνη και Αλλαγή. Στο κάδρο βρίσκεται το πλέγμα ανθρώπων, ιδεών και ιδανικών που κράτησαν τη χώρα όρθια. Αυτοί που έκαναν θυσίες και αυτοί που πήραν σκληρές αποφάσεις που όσο και αν ήταν απαραίτητες δεν ήταν επιλογή αλλά «τους έκαναν πιο σοφούς και πιο ταπεινούς». Βρίσκονται αυτοί που αξιολόγησαν με υπευθυνότητα τον βαθμό κινδύνου που αντιμετώπιζε η χώρα που βρέθηκε στο επίκεντρο μιας πρωτοφανούς κερδοσκοπικής επίθεσης σε βάρος της. Επώνυμοι και ανώνυμοι που γνωρίζουν περισσότερα από όσα έχει πει «η τηλεόραση».

Δεν βρίσκονται στο κάδρο αυτοί που δεν βοήθησαν, όπως όφειλαν, και οι οποίοι δεν βρίσκονταν μόνο στο εξωτερικό αλλά και στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό της χώρας.

Στο κάδρο βρίσκονται όσοι επιδίωξαν και επιδιώκουν να πραγματοποιηθεί ένας «ανοιχτός» δημόσιος διάλογος για τα μεγάλα διακυβεύματα του καιρού μας και τις πραγματικές ανάγκες της χώρας και έχουν επίγνωση της πολιτικής διάστασης του ελληνικού προβλήματος διαχρονικά, που παραμένει ένας διαρκής αγώνας για την απεξάρτηση της χώρας από επιρροές και συμφέροντα. Βρίσκονται αυτοί που δέχονται την αναγνώριση των λαθών στην προσπάθεια για την αναγέννηση και την πορεία για την ανάπτυξη της χώρας, που δεν συμπεριλαμβάνουν όμως το μείζον λάθος να συμβιβαστούν και να ενσωματωθούν.

Όμως αυτό που κυρίως οριοθετεί το πολιτικό προσωπικό και την κοινωνική δύναμη που μπορεί να έχει το μέλλον είναι αυτοί που υιοθετούν ανεπιφύλακτα τη διαπίστωση ότι η Ελλάδα, παρά τους αγώνες δεκαετιών ή και αιώνων, έχει ακόμη υστερήσεις και αγκυλώσεις μεγάλες. Αυτοί που πιστεύουν ότι χρειάζεται μια επανάσταση του αυτονόητου για να γίνουμε μια σύγχρονη δημοκρατία, με θεσμούς και αξιοπιστία, που συνομιλεί ισότιμα με όλους γιατί είναι άξια σεβασμού από όλους.

Αυτοί που ξέρουν ότι η οριστική σωτηρία της χώρας απαιτεί την οριστική και εκ βάθρων αλλαγή της χώρας. Μια Αλλαγή που θα επέλθει μέσα από αρχές και αξίες που αποτελούν μια διαχρονική σταθερά. Αρχές που ενώνουν προσωπικές πορείες σε κοινή δράση, κινητοποιούν, συσπειρώνουν δυνάμεις, δεν διαιρούν. Πραγματώνουν ζωτικές αλλαγές και συλλογικά οράματα. Αλλαγή που θα γίνει από αυτούς που τους ενώνει η απαίτηση για δημοκρατία, διαφάνεια, ισονομία, ισότητα, κοινωνική δικαιοσύνη, κράτος δικαίου και αξιών. Την υπεράσπιση των ανθρωπίνων και πολιτικών δικαιωμάτων. Την αντιμετώπιση των ανισοτήτων και των αδικιών. Την ουσιαστική δημοκρατία. Τη δημοκρατική λειτουργία που ελέγχει την εξουσία που επιλέγει τον διάλογο απέναντι στη βία. Το συλλογικό συμφέρον που εμπεριέχει τον σεβασμό στην ατομικότητα του καθενός, τα δικαιώματά του. Την ατομική αρετή και διάνοια του καθενός, που αποδίδει δημιουργία και θετική εξέλιξη.

Στο κάδρο του τρίτου κύματος Δημοκρατίας βρίσκεται η «Μεταπελατειακή Ελλάδα». Η Ελλάδα των αξιών. Γιατί η «έξοδος» που έχει σημασία είναι μία: Η «έξοδος» από όσα μας οδήγησαν στο Μνημόνιο. Να ξαναπιάσουμε το νήμα από εκεί που το αφήσαμε και να το πάμε στο μέλλον.

Βρίσκεται η συνειδητοποίηση του κυκεώνα στον οποίο βρίσκεται η παγκόσμια ισορροπία αφού οι γείτονές μας στα ανατολικά και τα νότια, από τις παρυφές της πρώην Σοβιετικής Ένωσης μέχρι και τα βάθη της Αφρικής, ταλανίζονται από συγκρούσεις και ανθρωπιστικές κρίσεις. Η συνειδητοποίηση ότι κοινωνίες χωρίς δημοκρατία, κοινωνίες διαιρεμένες, χωρίς κοινές αξίες που να ενώνουν, δείχνουν ότι το διακύβευμα σήμερα είναι οι προοδευτικές αξίες να γίνουν πανανθρώπινες. Και να πάρουν σάρκα και οστά σε κράτη δημοκρατίας και δικαίου.

Βρίσκεται η αντίληψη ότι η Ευρώπη θα πρέπει να αποτελέσει παράδειγμα για τη συνεργασία των λαών. Παράδειγμα αλληλεγγύης και εμβάθυνσης της δημοκρατίας. Η Ευρώπη που θα απαλλαγεί από το δημοκρατικό της έλλειμμα και θα επαναεπιβεβαιώσει την ισχύ της δρώντας έγκαιρα για τα μεγάλα προβλήματα της ύφεσης, της ανεργίας, της έξαρσης των κοινωνικών ανισοτήτων.

Στο κάδρο του τρίτου κύματος για τη Δημοκρατία βρίσκεται η διαπίστωση για τη «ρίζα της συμφοράς», που είναι ένας πελατειακός καπιταλισμός. Μπροστά στις πολύ μεγάλες και νέες προκλήσεις, από την ελευθερία στο διαδίκτυο μέχρι την κλιματική αλλαγή, από την αντικατάσταση της εργασίας από ρομπότ μέχρι και τη δραματική αύξηση της ανισότητας, είναι και πρέπει να παραμείνουν οι θεμελιώδεις δημοκρατικές αξίες.

Η επιλογή να συμμετέχει κανείς σε αυτό το μοναδικό ίσως τόσο σαφές «κάδρο» τελικά δεν έχει να κάνει με πρόσωπα. Είναι η επισφράγιση της σχέσης της κοινωνίας με την πολιτική και έναν έντιμο και αξιοπρεπή πολιτικό πολιτισμό σε ατομικό επίπεδο, που μπορεί να οδηγήσει και τη χώρα στο συλλογικό μέλλον που της αξίζει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.