"Αγαπητοί συνάδελφοι, κ. Υπουργέ, κ. Πρόεδρε,
Κάποτε, ως Υπουργός Παιδείας, ρώτησα έναν Πρύτανη γιατί στο Πανεπιστήμιό του έπρεπε για να πάρει ένας φοιτητής το πτυχίο της Βιολογίας να κάνει 83 μαθήματα, όταν σε άλλα πολύ καλά Πανεπιστήμια σε όλο τον κόσμο, όπως στις ΗΠΑ, το μάξιμουμ ήταν 32 μαθήματα. Η απάντησή του ήταν αποκαλυπτική: "Επειδή έχουμε 83 καθηγητές".
Είναι ένα παράδειγμα, αγαπητοί συνάδελφοι, της κακοδαιμονίας του δημόσιου ελληνικού Πανεπιστημίου. Βασικό κριτήριο, για την απόκτηση ενός πανεπιστημιακού πτυχίου σ’ αυτή την περίπτωση, δεν ήταν οι ανάγκες της επιστήμης, δεν ήταν οι ανάγκες του επαγγέλματος, δεν ήταν η ανάπτυξη της Περιφέρειας, όπου θα μπορούσε να συμβάλλει ουσιαστικά το Πανεπιστήμιο και τα ΤΕΙ, ούτε οι ανάγκες της παραγωγής, τοπικής, εθνικής, ούτε της καινοτομίας, ούτε βέβαια και της ανάγκης να βρουν δουλειά οι νέοι.
Το βασικό κριτήριο ήταν το Τμήμα Βιολογίας να τακτοποιήσει τους καθηγητές, να πουλήσουν το σύγγραμμά τους, που συνήθως, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, με εξαιρέσεις βεβαίως, ήταν απλώς η ανατύπωση του διδακτορικού τους έργου.
Χωρίς να υπάρχει ένα άρτιο, οργανωμένο πρόγραμμα σπουδών, το οποίο συλλογικά και με συγκεκριμένη στόχευση θα υπηρετούσε το κοινό συμφέρον.
Είναι ένα παράδειγμα, δεν είναι η μόνη κακοδαιμονία, αλλά είναι δυστυχώς ο κανόνας και όχι η εξαίρεση για το ελληνικό δημόσιο Πανεπιστήμιο. Όσοι μιλούν για το δημοκρατικό Πανεπιστήμιο, αγνοούν ότι το σύστημα ως έχει, καλλιεργεί ένα πελατειακό Πανεπιστήμιο, πνίγοντας τις πραγματικές δυνάμεις που υπάρχουν, του τόπου και της ακαδημαϊκής κοινότητας, αποξενωμένο από τις πραγματικές ανάγκες των ίδιων των φοιτητών αλλά και της κοινωνίας. Ένα δείγμα του παραλογισμού ενός πελατειακού συστήματος διοίκησης, που πληρώνει όμως ο Ελληνικός λαός με τους φόρους του.
Αυτή είναι η πραγματικότητα και θέλω να πω και το λέω συνέχεια, ότι αν κερδίσουμε, για παράδειγμα, στη διαπραγμάτευση που κάνει η κυβέρνηση με τους εταίρους μας, όσο χρόνο και όσα χρήματα αν μας δώσουν οι εταίροι μας, όσο ευνοϊκή και αν γίνει η ευρωπαϊκή πραγματικότητα, πρώτιστη ευθύνη, δική μας ευθύνη, είναι να συνεχίσουμε να αλλάζουμε ριζικά τη χώρα μας.
Πόσο μάλλον, αν η ευρωπαϊκές και παγκόσμιες συνθήκες γίνουν πιο δύσκολες. Διότι αυτή τη στιγμή η Ευρωπαϊκή Ένωση σπαράσσεται από τις διαφωνίες. Κάνει ένα μετέωρο βήμα μεταξύ της μεγαλύτερης και αναγκαίας εμβάθυνσης, συνεργασίας, εποπτείας, αλλά και αλληλεγγύης και από την άλλη μεριά, ενός νέου εθνικισμού που αναπτύσσεται, και της αποδόμησης του ευρώ και της ίδιας της Ευρώπης όπως την ξέρουμε.
Γι’ αυτό πρέπει να κατανοήσουμε ότι, οι μεγάλες θεσμικές αλλαγές είναι προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ, αν θέλετε, ώστε να γίνει η Ελλάδα ισχυρή. Να σταθεί στα δικά της πόδια - να σταθούμε στις δικές μας ελληνικές δυνάμεις.
Γιατί η εξάρτησή μας ξεκινά από τις δικές μας αδυναμίες, όχι έξωθεν.